νουθετικός
νουθετ-ικός, ή, όν,
- = νουθετητικός, λόγοι X. Mem. 1.2.21; τὸ ν. Demetr. Eloc. 298.
νουθετικός, ή, όν, c. le préc. Xén. Mem. 1, 2, 21 ; D. Phal. § 298, etc.
νουθετικός, ή, όν, = νουθετητικός ; Plat. Soph. 230a ; Xen. Mem. 1.2.21 ; auch v.l. bei Plat. a.a.O.