πλεκτανάω Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape πλεκτανάω-ῶ [τᾰ] enlacer, Eschl. Ch. 1049. πλεκτανάω [πλεκτάνη] omwikkelen. πλεκτανάω, = πλεκτανόω, πεπλεκτανημέναι πυκνοῖς δράκουσιν, Aesch. Ch. 1045.