πλεκτανάομαι
πλεκτανάομαι, to be intertwined
πλεκτᾰν-άομαι, Pass.,
- = πλεκτανόομαι, πεπλεκτανημέναι δράκουσι, of the Erinyes, A. Ch. 1049.
πλεκτανάομαι
πλεκτᾰνάομαι,
- Pass. to be intertwined, πεπλεκτανημέναι δράκουσι, of the Erinyes, Aesch. from πλεκτάνη (ᾰ)