Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυβλέπων
πολυβλέπων, blind
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολυάστηρ
πολυαστράγαλος
πολύαστρος
πολυάσχολος
πολυαῦλαξ
πολυαυξής
πολυαύχενος
πολυαύχην
πολυαυχήν
πολυαυχής
πολυάφορμος
πολυάχητος
πολυαχθής
πολυάχυρος
πολυβάδιστος
πολυβαθής
πολυβάρβαρος
πολυβάτειος
πολύβατος
πολυβαφής
πολυβέλεμνος
πολυβενθής
πολυβήματος
Πολυβιάδης
πολύβιβλος
πολύβιος
Πολύβιος
πολυβλαβής
πολυβλαστής
πολυβλαστία
πολυβλέπων
πολυβλέφαρος
πολυβλής
πολυβόειος
πολυβοησία
πολυβόητος
πολυβόλος
πολύβοος
πολυβόρος
Πόλυβος
πολύβοσκος
πολυβότανος
πολυβότειρα
πολύβοτος
πολύβοτρυς
πολύβουλος
πολύβους
πολυβούτης
πολύβρομος
πολύβροχος
πολυβρώματος
πολύβρωτος
πολύβυβλος
πολύβυθος
πολύβυρσος
πολυβῶλαξ
πολύβωλος
πολύβωμος
Πολυβώτης
πολύβωτος
πολυγαθής
…
πολυβλέπων
Save
πολυβλέπων, blind
LSJ
πολῠ-βλέπων, οντος,
blind
(by euphemism),
PLond.
1821.269.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}