Πολύμναστος
Πολύ·μναστος, v. Πολύμνηστος.
Πολύμναστος
- a father of Battos. υἱὲ Πολυμνάστου P. 4.59
- b son of Meles, of Kolophon, an early lyric poet and musician. φθέγμα μὲν πάγκοινον ἔγνωκας Πολυμνάστου Κολοφωνίου ἀνδρός fr. 188.