πολυμιξία
πολυ-μιξία, ἡ,
- = πολυμιγία, αἱ π. τῶν σπερμάτων Epicur. Fr. 250 (= Metrod. Fr. 1).
πολυμιξία, ας (ἡ) [ῠ] c. πολυμιγία, Plut. M. 1109 c et d.
πολυμιξία, ἡ, = πολυμιγία, Plut. adv. Colot. 5.