πολυμήτης Save LSJ Bailly 2024 Pape πολυ-μήτης, ου, ὁ, = sq., Hsch.; poet. -μῆτα Opp. H. 5.6. πολυ·μήτης, ου [ῠ] adj. m. c. le suiv. Anon. Étym. Hsch. πολυμήτης, ὁ, = πολύμητις, Sp.