πολυμιταρική
πολυμιταρική, art of weaving
πολυ-μῐτᾱρική (sc. τέχνη), ἡ,
- art of weaving πολύμιτα, Hsch., Suid. s.v. ποικιλτική.
πολυμιταρική, τέχνη, die Kunst, bunte Zeuge, πολύμιτα, zu weben, VLL.