πολυμισής
πολυμισής, much-hating
πολυ-μῑσής, ές,
- much-hating, Luc. Pisc. 20.
πολυ·μισής, ής, ές [ῠῑ] tout à fait odieux, Luc. Pisc. 20.
Étym. π. μῖσος.
πολυμισής, [ῑ], ές, viel gehaßt, Luc. Pisc. 20.
πολυμισής
πολῠ-μῑσής, ές
μῖσος
- much-hating, Luc.