Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Πομπαίδιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολυωδυνία
πολυώδυνος
πολυωνυμέω
πολυωνυμία
πολυώνυμος
πολυώνυχος
πολυωπέτις
πολυωπής
πολυωπός
πολυωρέω
πολυωρητικός
πολυωρία
πολύωρος
πολυώροφος
πολύωτος
πολυωφελής
πολυωφελῶς
πολυώψ
πολφός
πόλφος
πολφοφάκη
πόλφυκα
πόλχος
πόμα
Πομαξάθρης
πομάτιον
πομμοῦσαν
πομπά
πομπαγωγέω
πομπαγωγία
Πομπαίδιος
πομπαῖος
πομπεία
πομπεῖον
πομπεύς
πόμπευσις
πομπευτήριος
πομπευτής
πομπευτικός
πομπεύω
πομπέω
πομπή
πομπηγορῶσι
Πομπήϊα
Πομπηϊανοί
Πομπήϊοι
Πομπήϊος
Πομπήιος
Πομπηιούπολις
Πομπηϊουπολίτης
πομπικός
πομπικῶς
Πομπιλία
Πομπίλιος
πομπίλος
πόμπιμος
πόμπιος
Πόμπιος
πομπός
πομποστολέω
Πόμπων
…
Πομπαίδιος
Save
Bailly 2024
Πομπαίδιος,
ου
(
ὁ
) =
lat.
Pompædius
,
n. d’h. rom.
Plut.
Cato mi.
2
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}