Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πομπαγωγέω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολύψογος
πολύψοφος
πολυωδυνία
πολυώδυνος
πολυωνυμέω
πολυωνυμία
πολυώνυμος
πολυώνυχος
πολυωπέτις
πολυωπής
πολυωπός
πολυωρέω
πολυωρητικός
πολυωρία
πολύωρος
πολυώροφος
πολύωτος
πολυωφελής
πολυωφελῶς
πολυώψ
πολφός
πόλφος
πολφοφάκη
πόλφυκα
πόλχος
πόμα
Πομαξάθρης
πομάτιον
πομμοῦσαν
πομπά
πομπαγωγέω
πομπαγωγία
Πομπαίδιος
πομπαῖος
πομπεία
πομπεῖον
πομπεύς
πόμπευσις
πομπευτήριος
πομπευτής
πομπευτικός
πομπεύω
πομπέω
πομπή
πομπηγορῶσι
Πομπήϊα
Πομπηϊανοί
Πομπήϊοι
Πομπήϊος
Πομπήιος
Πομπηιούπολις
Πομπηϊουπολίτης
πομπικός
πομπικῶς
Πομπιλία
Πομπίλιος
πομπίλος
πόμπιμος
πόμπιος
Πόμπιος
πομπός
…
πομπαγωγέω
Save
LSJ
πομπ-ᾰγωγέω,
= πομπὴν ἄγω,
Hsch.
(
πομφ-
cod.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}