Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Φάνοχος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Φάνης
φανητίας
φανητιασμός
φανητιάω
φανητίζω
φανηφόρος
φανθείς
Φανίας
Φανιεύς
φανίον
Φανίον
Φάνιππος
Φαννία
Φάννιος
Φανόδημος
φανοίην
Φανοκλῆς
Φανόμαχος
φανόμηρις
φανομηρίς
φανόπτης
φανός
Φᾶνος
Φανοσθένης
Φανοστράτη
Φανόστρατος
Φανοτεύς
φανότης
Φανότις
Φανουήλ
Φάνοχος
φανόω
φάνσις
φαντάζω
φαντασία
φαντασιάζομαι
φαντασιαστής
φαντασιαστικός
φαντασιοδοκητής
φαντασιοκοπέω
φαντασιοκόπος
φαντασιόπληκτος
φαντασιοπλήκτως
φαντασιόω
φάντασις
φαντασιώδης
Φαντασίων
φάντασμα
φαντασμάτιον
φαντασμός
φανταστής
φανταστικός
φανταστικῶς
φανταστός
φάντης
φαντί
Φαντίας
φαντικός
φάντο
φαντός
φάντωρ
…
Φάνοχος
Save
Bailly 2024
Φάν·οχος,
ου
(
ὁ
)
[
ᾱ
] Phanokos,
h.
Ar.
Lys.
679
.
Étym.
φανός, ἔχω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}