φαντασιαστικός
φαντασιαστικός, receptive of impressions
φαντᾰσι-αστικός, ή, όν,
- receptive of impressions or images, Epicur. Nat.Herc. 1398.1, Plu. Def.orac. 2.431b; τὸ φ. ib. 432c. Adv. -κῶς, τοῦ μέλλοντος ib. 433c.
φαντασιαστικός, ή, όν [τᾰ] c. φανταστικός, Plut. M. 431b ; τὸ φαντασιαστικόν, Plut. M. 432c, l’imagination.
φαντασιαστικός, = φανταστικός, Plut. def. or. 38, zw.