αἰητός Save αἰητός, eagle > ἀετός LSJ DGE Bailly 2024 Pape αἰητός, ὁ, Dor. for ἀετός, αἰετός. αἰητός v. ἀετός. αἰητός, v. ἀετός. αἰητός, dor. = ἀετός, Pind. P. 4.4 ; auch Arat. 521.