αἱμορρυγχιάω
αἱμορρυγχιάω, have a bloody snout
αἱμο-ρρυγχιάω, (ῥύγχος)
- have a bloody snout, Hermipp. 80 (better taken as Subst. αἱμορρυγχ-ίας, ου, ὁ, reading -ίαν for -ιᾶν).
ensangrentar el morro, e.e., romper las narices
ἐγώ σου ... τύπτων τὸ πρόσωπον ... αἱμορρυγχιᾶν ποιήσω
αἱμορυγχιᾶν· καθῃμάχθαι τὸ ῥύγχος