αἱμοσταγής
αἱμο-στᾰγής, ές,
- = αἱματοσταγής, E. Fr. 384.
que gotea sangre, ensangrentado
αἱ. ἔθνος
αἱμο·σταγής, ής, ές [ᾰ] dégoûtant de sang, Eur. Thes. 1, 2.
Étym. αἷμα, στάζω.
αἱμοσταγής, ές, Blut träufelnd, Eur. frg.
αἱμοσταγής
= αἱματοσταγής, Eur.