Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αἱμοσάτης
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αἱμοροΐς
αἱμόροος
αἱμορραγέω
αἱμορραγής
αἱμορραγία
αἱμορραγικός
αἱμορραγικῶς
αἱμορραγώδης
αἱμόρραντος
αἱμορροέω
αἱμόρροια
αἱμόρροϊα
αἱμορροϊδοκαύστης
αἱμορροϊκός
αἱμορροΐς
αἱμορροΐσσα
αἱμόρροος
αἱμόρρους
αἱμορροώδης
αἱμορρυγχιᾶν
αἱμορρυγχιάω
αἱμορρυής
αἱμόρρυσις
αἱμόρρυτος
αἱμορρώδης
αἱμορυγχία
αἱμορυγχιάω
αἱμός
αἶμος
Αἷμος
αἱμοσάτης
αἱμοσταγής
αἱμοσταλαγίς
αἱμόστασις
αἱμοστατικός
αἱμοσταφίς
αἱμοστολίς
Αἱμόστρατος
αἱμοσφαγεῖος
αἱμουρία
αἵμους
αἱμοφανής
αἱμόφθορος
αἱμοφόβος
αἱμοφόρος
αἱμοφόρυκτος
αἱμοφυής
αἱμόφυρτος
αἱμοχαρής
αἱμόχροος
αἱμοχροώδης
αἱμόχρωμος
αἱμοχυής
αἱμοχυσία
αἱμόχυτος
αἱμόω
αἱμυλία
Αἰμυλία
αἱμύλιος
αἱμύλλω
αἱμυλομήτης
…
αἱμοσάτης
Save
LSJ
αἱμο-σάτης, ὁ, a Samian earth used in burnishing gold, interp. in
Dsc.
5.154.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}