αἱμοχαρής
αἱμο-χᾰρής, ές,
- = αἱματοχαρής, Sammelb. 5829.4, Sch. E. Hec. 24, Or. 1563, Suid. s.v. αἱμωπούς.
que se alegra con la sangre, sanguinario
αἱ. κῶμος Ἐνυαλίου
γένος
δαίμονες
αἱμοχαρής, ές, Sp. = αἱματοχαρής.