αὐτοδέσμητος Save LSJ DGE αὐτο-δέσμητος, ον, = αὐτάγρευτος, Sch. Opp. H. 4.449. αὐτοδέσμητος -ον plegado sobre sí mismo ref. a δέμας Sch.Opp.H.4.449.