αὐτοτροπήσας
αὐτοτροπήσας, to turn straightway
αὐτο-τροπήσας, in h.Merc. 86 ὁδὸν αὐ., as if from αὐτοτροπέω,
- to be like oneself, i.e. unique, v.l. αὐτοπρεπὴς ὥς, in same sense.
αὐτοτροπήσας, zw.L., H.h. Merc. 86 ὁδόν, sich selbst bahnend. S. αὐτοπρεπής.
αὐτοτροπήσας
as if from αὐτοτροπάω
- to turn straightway, Hhymn.