αὐτοτέλειος
αὐτοτέλειος, self-complete, perfect
αὐτο-τέλειος, ον,
- self-complete, perfect, Procl. Inst. 78 (Comp.).
αὐτοτέλειος, ος, ον, parfait en soi, Procl.
Étym. αὐτοτελής.
αὐτοτέλειος, vollkommen ?