αὐτοτελειότης
αὐτοτελειότης, perfection
αὐτο-τελειότης, ητος, ἡ,
- perfection, Iamb. Myst. 1.15.
perfección Iambl.Myst.1.15.
αὐτοτελειότης, ητος (ἡ) c. αὐτοτέλεια, Jambl.
αὐτοτελειότης, ητος, ἡ, Vollkommenheit, Iambl.