αὐτότυπος
αὐτότυπος, self-inflicted
αὐτό-τῠπος, ον,
- self-inflicted, ὠτειλαί Opp. H. 2.358.
infligido por sí mismo
αὐτοτύποισιν ὑπ' ὠτειλῇσι δαμεῖσαν
αὐτό·τυπος, ος, ον [ῠ] qui s’est gravé ou se grave de soi-même, Opp. H. 2, 358.
Étym. αὐ. τύπτω.
αὐτότυπος, ὠτειλαί, selbst geschlagen, Opp. Hal. 2.358.