Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βαθύγηρως
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βαθόημι
βαθόην
Βαθοῖος
βάθος
Βάθος
βάθρα
βαθράδιον
βάθρακος
βάθραξ
βαθρεία
βαθρηδόν
βαθρίδιον
βαθρικόν
βαθρικός
βαθρίον
βαθρόθυμα
βάθρον
βάθρος
βαθρόω
βάθρωσις
βαθυαγκής
βαθυαίδοιος
βαθύβουλος
βαθύγαιος
βαθύγειος
βαθυγένειος
βαθύγεος
βαθυγέρων
βαθύγεως
βαθυγήρως
βαθύγηρως
βαθύγλυπτος
βαθύγλωσσος
βαθύγνοφος
βαθυγνωμοσύνη
βαθυγνώμων
βαθυδείελος
βαθύδενδρος
βαθυδινήεις
βαθυδίνης
βαθυδινής
βαθυδινήτης
βαθύδοξος
βαθυεργέω
βαθύζωνος
βαθύθριξ
βαθυκαμπής
βαθυκάρδιος
βαθύκαρπος
βαθύκερως
βαθυκήτης
βαθυκλεές
βαθυκλεής
Βαθυκλέης
βαθύκληρος
Βαθυκλῆς
βαθυκνήμις
βαθύκνημος
βαθύκολπος
βαθύκομα
βαθυκόμης
…
βαθύγηρως
Save
Pape
βαθύγηρως
, (γῆρας),
von hohem Alter
, Philip.
ep
. 18 (VI.247); Sext.Emp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}