βαρυαχθής
βαρυαχθής, very heavy
βᾰρῠ-αχθής, ές,
- very heavy, τὸ κατὰ γαστρὸς β. Sor. 1.55; very burdensome, Nonn. D. 40.155.
muy pesado
τὸ κατὰ γαστρός
ζυγὰ δουλοσύνης
βαρυ·αχθής, ής, ές [βᾰ] d’un poids accablant, Nonn. D. 40, 155.
Étym. β. ἄχθος.
βαρυαχθής, δουλοσύνη, schwer lastend, Nonn. D. 40.155.