βαρυβρεμέτειρα Save DGE Bailly 2024 Pape βᾰρυβρεμέτειρα -ας la que retumba gravemente (Φύσις) Orph.H.10.25. βαρυ·βρεμέτειρα, ας [ᾰῠ̄] fém. c. le suiv. Orph. H. 9, 25. βαρυβρεμέτειρα, stark tosend, Orph. H. 9.25.