βεβαιωτής
βεβαιωτής, one who gives assurance of
- one who gives assurance of a thing, authority, ἀμφισβητουμένων Plb. 4.40.3 (pl.); ἱστορίας D.H. 1.28, cf. 3.67, al.; confirmatory, λόγοι Phld. Sign. 29.
- 2 legal surety, τοῦ μόνιμον τὴν ὁμόνοιαν γενέσθαι Plb. 2.40.2; β. τῆς πίστεως παρέχεσθαι Plu. Flam. 4; warrantor in sales, SIG 2832 (Amphipolis), etc.
1 adj. garante, que sirve de o que da garantía o seguridad de pers., c. gen.
βεβαιωτὴν δὲ τοῦ μόνιμον αὐτὴν ἐπὶ ποσὸν γενέσθαι Λυκόρταν
ἀμφισβητουμένων
τῆς πίστεως
τῆς δὲ πατρίου (ἱστορίας) β. ... νομισθείς
considerado una autoridad en la historia de su paísτοῦ μέλλοντος λέγεσθαι
• de abstr.
τ[ο]ύτους (λόγους) βεβαιωτὰς αὐτοῦ παρισ[τάν]ουσιν
presentan estos (argumentos) como confirmaciones o garantías de éste
2 subst. garante legal
ἵνα ... παραδόντες τοῖς βεβαιωταῖς τὸν περὶ τῆς βεβαιώσεως λόγον συνστήσωνται
καθέστακε δὲ βεβαιωτὰν [κατὰ τὸν] ν[όμ]ον Νίκιππον
ὧν ἁπάντων ἐναργέστατος ἦν βεβαιωτὰς αὐτός
προπωλητὴς καὶ β. τῶν κατὰ τὴν ὠνὴν ταύτην πάντων