βεβαιωτέον
βεβαιωτέον, one must confirm
βεβαι-ωτέον,
- one must confirm, ὅρκους Ph. 2.272; ὑπόσχεσιν Id. 1.23.
hay que confirmar
πάντας ... ὅρκους
τὴν δ' ὑπόσχεσιν ἀποδείξει β.
• fil. hay que demostrar D.L.9.91.
βεβαιωτέον, vb. de βεβαιόω, DL. 9, 91 ; Phil. 2, 272.