βιόπλαγκτος
βῐό-πλαγκτος, ον,
- = sq., τύχη Nonn. D. 3.356.
propio de una vida errabunda
τύχη
βιό·πλαγκτος, ος, ον, c. le suiv. Nonn. D. 3, 356.
Étym. β. πλάζω.
βιόπλαγκτος, τύχη, = βιοπλανής, Nonn. D. 3.356.