βιοπονητικός
βῐο-πονητικός, ή, όν = sq., Hippodam. ap. Stob. 4.1.94.
que vive de su trabajo subst. τὸ β. grupo de asalariados que viven de su trabajo
τῶ δὲ ... βιοπονατικῶ τὸ μὲν ἔστι γεωπόνον ... τὸ δὲ τεχνατικόν
οἱ βιοπονητικοί
βιο·πονητικός, ή, όν, c. le suiv. Hippodam. (Stob. Fl. 43, 93, t. 2, p. 99, l. 24).
Étym. β. πονέω.
βιοπονητικός, = βιοπόνος, Hippodam. bei Stob. Flor. 43.93.