βομβύλιον Save LSJ Bailly 2024 βομβῠλι-ον, τό, = βολβίδιον, Gal. 19.89. βομβύλιον, ου (τὸ) 1 c. βολβίδιον, Gal. 2, 87 || 2 c. βομβύλιος, Clém. 1, 525.