βούλιος
βούλιος, sage
βούλιος, ον, (βουλή) βουλευτικός I.2,
- Αsage, A. Ch. 672 (in Comp. -ώτερος, prob. (for δούλιος) in Id. Supp. 599 (lyr.).
sensato
ἄλλο πρᾶξαι δεῖ τι βουλιώτερον
βούλιος, ος, ον (seul. cp. -ώτερος) sérieux, grave, Eschl. Ch. 672.
Étym. βουλή.
βούλιος, klug, πρᾶξαί τι βουλιώτερον Aesch. Ch. 661.
βούλιος
= βουλευτικός 2.
βουλή
- sage, Aesch.