βρότεος
mortal, humano
φωνή
εὐνή
χρώς
παλάμαι
πόλιες
ἔθνος
σώματα
• neutr. plu. subst. la condición humana
παρὰ νόμων θεῶν βρότεα μὲν τίων
βρότεος, α, ον, c. le préc. Hés. O. 414 ; Pd. N. 3, 71 ; O. 9, 36, etc. ; Eschl. Eum. 171 ||
➳ Fém. ion. βροτέη, Od. 19, 545 ; Hh. Ven. 47.
βρότεος, sterblich, menschlich ; Hom. einmal, Od. 19.545, der Penelope träumt, daß ein Adler φωνῇ βροτέῃ spricht ; – εὐνή H.h. Ven. 47 ; χρώς Hes. O. 414 ; ἔθνος Pind. N. 3.71 ; σώματα, πόλεις, ἀρεταί, Ol. 9.36, P. 12.1, 1.41 ; Aesch. Eum. 164.
βρότεος
-ον
[βροτός.]
Mortal, human Od. 19.545.
βρότεος
- 1mortal, of men Ἀίδας ἀκινήταν ἔχε ῥάβδον, βρότεα σώμαθʼ ᾇ κατάγει κοίλαν πρὸς ἄγυιαν θνᾳσκόντων: O. 9.34 βροτέαις ἀρεταῖς P. 1.41 καλλίστα βροτεᾶν πολίων (sc. Ἀκράγας) P. 12.1 μέρος ἕκαστον οἷον ἔχομεν βρότεον ἔθνος N. 3.74 “βροτέων δὲ λεχέων τυχοῖσα” (sc. Θέτις) I. 8.36 οὐ γὰρ ἔσθʼ ὅπως τὰ θεῶν βουλεύματʼ ἐρευνάσει βροτέᾳ φρενί fr. 61. 4. βροτεᾶνφρένα κράτιστον φρενῶν fr. 222. 3. [βρότεον ἔθνος (codd.: βροτὸν Er. Schmid) P. 10.28]
βρότεος (βροτός): human; φωνή, Od. 19.545†.