βροντοποιός
βροντοποιός, thunder-making
βροντο-ποιός, όν,
- thunder-making, Vett.Val. 6.24, Ps.-Luc. Philopatr. 4,24.
productor del trueno
εἰ ... τὸ βροντοποιὸν δοχεῖον ἀνεμεστώθη;
τὸν περὶ τὰς Πλειάδας τόπον ἐπέχει ... βροντοποιόν
βροντο·ποιός, ός, όν, qui produit le tonnerre, Luc. Philopatr. 4, 24.
Étym. βροντή, ποιέω.
βροντοποιός, donnermachend, Luc. Philop. 4.24.