βροντοβολίζω
en v. pas. ser estremecido por el fulgor
ὁ θάνατος ... βροντοβολισθεὶς τῇ ἀστραπῇ τῆς θεότητος
en v. pas. ser estremecido por el fulgor
ὁ θάνατος ... βροντοβολισθεὶς τῇ ἀστραπῇ τῆς θεότητος