Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βολιμάριος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βόλβιτον
βόλβιτος
βολβιτόω
βολβιτώδης
βολβοειδής
βολβοκάστανον
βολβορυκτικός
βολβός
Βολβός
βολβοτίνη
βολβοτύνη
βολβοφακῆ
Βολβυθίωτος
βόλβυθον
βολβώδης
βολβωρυχέω
Βόλγιος
Βολεοί
βολεός
Βολέριον
Βολέρων
βολετισμός
βολεύς
βολευταί
βολέω
βολεών
βολή
βολίδιον
βολίζη
βολίζω
βολιμάριος
βολιμοδικαστής
βόλιμοι
βόλιμον
βόλιμος
Βολιναῖος
Βολίνη
βόλινθος
βόλιον
βολίς
Βολίσκος
Βολισός
Βολισσεύς
Βόλισσος
Βολισσός
βολιστικός
βολίστρα
βολίταινα
βολίτινος
βόλιτον
βόλιτος
Βόλκων
βολλ-
βόλλα
Βόλλαι
βόλλομαι
βολλωτός
βολμός
Βολογ-
βολόγαισσος
Βολογεσίφορα
…
βολιμάριος
Save
DGE
βολιμάριος
-ου, ὁ
plomero
,
IGChOcc
.127.4 (Siracusa V d.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}