Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βώνημα
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βώμευσις
βωμιαῖος
Βωμιῆς
βωμικός
βωμίνας
βώμιος
Βώμιος
βωμίς
βωμισκάριον
βωμίσκιον
βωμίσκος
βωμίστρια
βωμῖτις
βωμοειδής
Βωμοί
βωμολόχευμα
βωμολοχεύομαι
βωμολοχέω
βωμολοχία
βωμολοχικός
βωμολόχος
βωμονικέω
βωμονίκης
βωμός
Βωμός
βωμόσπειρον
βωμοφόρος
βωμοφυλακία
βωμύκας
βῶν
βώνημα
βωνίτης
Βῶνος
βώνυσος
βῶξ
βωξίον
βωρεύς
Βωρθ-
Βωρθία
βωρίδιον
βώριμος
Βῶρμος
βῶροι
Βῶρος
Βωρσέα
βῶς
βώσαντι
βωσαρή
βώσας
βώσεσθε
βῶσι
βωσιδία
βωσίον
βωσσοῦσι
Βώσταρος
βωστήρ
βωστῆρες
βωστρέω
βῶστρον
Βώστωρ
βωτάζειν
…
βώνημα
Save
LSJ
DGE
βώνημα·
εἴρημα
(Lacon.),
Hsch.
βώνημα·
lacon.
†εἴρημα
Hsch. (pero cf.
ὤνημα
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}