Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βώνυσος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βωμικός
βωμίνας
βώμιος
Βώμιος
βωμίς
βωμισκάριον
βωμίσκιον
βωμίσκος
βωμίστρια
βωμῖτις
βωμοειδής
Βωμοί
βωμολόχευμα
βωμολοχεύομαι
βωμολοχέω
βωμολοχία
βωμολοχικός
βωμολόχος
βωμονικέω
βωμονίκης
βωμός
Βωμός
βωμόσπειρον
βωμοφόρος
βωμοφυλακία
βωμύκας
βῶν
βώνημα
βωνίτης
Βῶνος
βώνυσος
βῶξ
βωξίον
βωρεύς
Βωρθ-
Βωρθία
βωρίδιον
βώριμος
Βῶρμος
βῶροι
Βῶρος
Βωρσέα
βῶς
βώσαντι
βωσαρή
βώσας
βώσεσθε
βῶσι
βωσιδία
βωσίον
βωσσοῦσι
Βώσταρος
βωστήρ
βωστῆρες
βωστρέω
βῶστρον
Βώστωρ
βωτάζειν
βωταλίς
βωτάριον
βώτας
…
βώνυσος
Save
DGE
βώνυσος·
ὁ ἄποικος
Theognost.
Can
.48, cf. Sud.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}