γαλακτουχέω
γαλακτουχέω, have or suck milk
γᾰλακτ-ουχέω,
- have or suck milk, Poll. 3.50; γαλακτουχούσης prob. in Plu. QConv. 2.640f (γαλακτούσης codd.).
tener leche o amamantar Poll.3.50.
γαλακτουχέω-ῶ [γᾰ] avoir du lait, en parl. d’une femme, Plut. M. 640f (part. fém. gén. γαλακτουχούσης, correct. p. γαλακτούσης).
Étym. γαλακτοῦχος.
γαλακτουχέω, Milch haben, säugen, Poll. 3.50 ; conj. bei Plut. Symp. 2.6.3 für γυναιξὶ γαλακτούσαις – γαλακτουχούσαις.