γαλακτουχία Save DGE Bailly 2024 Pape γαλακτουχία -ας, ἡ lactancia Clem.Al.Strom.2.18.92, 3.11.72. γαλακτουχία, ας (ἡ) [γᾰ] action de téter, Clém. 456. Étym. γαλακτοῦχος. γαλακτουχία, ἡ, das Säugen, Clem.Al.