γειτνιάζω
γειτνι-άζω,
- = γειτνιάω, Aesop. 75.
ser vecino
ἀλλήλοις ἐγειτνίαζον
γειτνιάζω (seul. impf. ἐγειτνίαζον) c. γειτνιάω, Arstt. Plant. 2, 8, 6 ; Es. 75 Halm.
γειτνιάζω, Sp., = γειτνιάω.
ser vecino
ἀλλήλοις ἐγειτνίαζον