γείταινα Save LSJ DGE Pape γείταινα, ἡ, fem. of γείτων, as τέκταινα of τέκτων, AB 1199. γείταινα -ης, ἡ vecina, AB 1199.20. γείταινα, ἡ, Nachbarin, fem. von γείτων, Choerob. in B.A. 1199.