γελαστύς
γελαστύς, laughter
γελᾰσ-τύς, ύος, ἡ, Ion. for γέλως, Call. Del. 324.
risa
παίγνια κουρίζοντι καὶ Ἀπόλλωνι γελαστύν
γελαστύς, ύος (ἡ) ion. le rire, Call. Del. 329.
Étym. γελάω.
γελαστύς, ύος, ἡ, ion. = γέλως, Call. Del. 324.