γελανής
γελανής, cheerful
γελᾱνής, ές, (γελάω)
- cheerful, καρδία, θυμός, Pi. O. 5.2, P. 4.181.
riente, alegre
καρδία
θυμός
γελανής, ής, ές [ᾱ] riant, joyeux (cœur), Pd. O. 5, 2 ; P. 4, 181.
Étym. γελάω.
γελανής, [λᾱ], ές, lachend, heiter, καρδία Pind. Ol. 5.2 ; θυμός P. 4.181.
γελᾱνής
- 1cheerful καρδίᾳ γελανεῖ O. 5.2 θυμῷ γελανεῖ P. 4.181