Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γεναρχία
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γελωτοποιΐα
γελωτοποιία
γελωτοποιϊκῶς
γελωτοποιικῶς
γελωτοποιός
γελωτός
γελωτοφυή
γελωτόφυλλις
γελώων
γελώωντες
Γέμελλα
Γέμελλος
γεμίζω
Γεμίνιος
γέμινος
Γέμινος
γέμισμα
γεμιστός
γέμμα
Γεμμαρουρίς
γέμματα
γέμος
γεμόω
γεμπός
γεμπύλος
γέμω
Γέμων
γεναρίς
γεναρχέω
γενάρχης
γεναρχία
γεναρχικός
γέναρχος
Γέναυνοι
γενεά
Γενέα
γενεαλογέομαι
γενεαλογέω
γενεαλόγημα
γενεαλογία
γενεαλογικός
γενεαλόγος
γενεάρχης
γενεαρχικός
Γενεάτης
γενεᾶτις
γενεή
γενεῆθεν
γενεηλογ
γενεηλογέω
Γενεηλογίαι
γενεῆφι
γενέθλειος
γενέθλη
γενεθλήϊος
γενεθλήιος
γενέθλια
γενεθλιάζω
γενεθλιακός
γενεθλιαλογέω
γενεθλιαλογία
…
γεναρχία
Save
Pape
γεναρχία
, ἡ,
Herrschaft über die Geschlechter
, Phot.
bibl
. p. 29.11.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}