γενεαρχικός Save γενεαρχικός, patrimonial LSJ DGE γενεαρχ-ικός, ή, όν, patrimonial, χωρία Just. Edict. 3.1.1. γενεαρχικός -ή, -όν patrimonial χωρία Iust.Edict.3.1.2, cf. Nou.21.2.