γραμμαδιδασκαλίδης
γραμμα·διδασκαλίδης, ου (ὁ) [μᾰῐκᾰῐ] maître d’école, Timon 55, 2 (Ath. 588b ; DL. 10, 2).
Étym. p.-ê. p. *γραμμοδιδ. ; cf. γραμματοδιδάσκαλος.
γραμμαδιδασκαλίδης, (vielleicht γραμμοδ., s. Lobeck zu Phryn. p. 669), ὁ, = γραμματοδιδάσκαλος, Timo Phlias. bei Ath. XIII.588b ; DL. 10.2.