γραμματηφόρος
γραμματηφόρος, a letter-carrier
γραμμᾰτ-ηφόρος, ὁ,
- letter-carrier, D.H. 20.4, Plu. Galb. 8, al., PFlor. 39.6 (iv A. D.), etc.
γραμματη·φόρος, ου (ὁ) [μᾰ] c. γραμματοφόρος, Plut. Galb. 1056d.
γραμματηφόρος, VLL, = γραμματοφόρος. s. Lobeck zu Phryn. 682.
γραμματηφόρος
φέρω
- a letter-carrier, Plut.