γραμματιδιοποιός Save Bailly 2024 Pape γραμματιδιο·ποιός, οῦ (ὁ) [μᾰῐδ] c. γραμματειδιοποιός, Ath. 280d. Étym. γραμματίδιον, ποιέω. γραμματιδιοποιός, ὁ, Schreibtafelverfertiger ; so hieß ein Stück des Apollodor, Ath. VII.280d ; bei Poll. 4.19 γραμματειδιοποιός.