δείδεκτο
δείδεκτο, δειδέχαται, δειδέχατο,
- v. δειδίσκομαι;
δείδεκτο, v. δείκνυμι.
δείδεκτο, s. δείκνυμι.
δείδεκτο
3 sing. plupf. mid. δείκνυμι.
δείδεκτο , δειδέχαται: see δείκνῡμι.